Αναρτήσεις

Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Δεν κηδεύουν τους αυτόχειρες

Ήμουν δεν ήμουν έξι χρονών, όταν μας άφησε ο πατέρας. Απότομα, απροειδοποίητα, ανακοπή. Τη μια στιγμή μ’ έπαιζε στα γόνατα, την επόμενη βλέπαμε παιδικά στην τηλεόραση, μετά σιωπή. «Ξύπνα μπαμπάκα, τέλειωσε το έργο, ξύπνα, ξύπνα», τίποτα. Τσατίστηκα με την αδιαφορία του. Τον τραβούσα από τα ρούχα, έπεσε ξερός στον καναπέ. Έβαλα τα κλάματα από τα νεύρα μου. Άκουσα το κλειδί στην εξώπορτα. «Μαμά, πες στον μπαμπά, δε μου μιλάει, δε μ’ αγαπάει πια». Μπήκε στο σαλόνι μ’ ένα παιχνιδιάρικο χαμόγελο. Σαν τον είδε σωριασμένο με το στόμα ορθάνοιχτο, πάνιασε. Έπεσε απάνω του ουρλιάζοντας, του μούσκεψε το πουκάμισο με δάκρυα. Έμεινα παγωμένος. Κάτι πήγαινε πολύ στραβά, η μαμά δεν θα λέρωνε ποτέ ένα καλοσιδερωμένο ρούχο. Έτρεξε στο τηλέφωνο. Μετά με πήρε στην αγκαλιά της κι έκλαιγε πάλι, δεν είχε σταματήσει στιγμή. «Τι έγινε μανούλα, γιατί δεν μιλάει ο μπαμπάς;» Μόνο αναφιλητά γι’ απάντηση. «Λυπούμαστε πολύ, κυρία μου, είναι νεκρός». Τον βάλανε στο φορείο, τον πήραν. «Τι θα πει νεκρός; Πού πήγε ο μπ…

Διόδια

Ο Χιροσίμας

Ο άνθρωπος που δεν αρρώσταινε