Ευσεβείς Μύθοι - Πολυτεχνείο






Τα σκοτώσαν τα παιδιά



Κείνο το βράδυ κάτι πήγαινε στραβά, μα κανείς δεν έστεργε να μου ξηγήσει τι συμβαίνει. Ήταν ο Γύψος, ο ζόφος κι ο φόβος, που πλάκωναν τις ψυχές και καμπούριαζαν τις ράχες.
Από νωρίς τ’ απόγεμα, ένταση πλανιότανε στην ατμόσφαιρα. Μονόσερτη η βραδιά, όλο και πύκνωνε το πνίγος· το ’κοβες πια με το μαχαίρι. Οι μεγάλοι ανάστατοι, αλλοπαρμένοι. Το τηλέφωνο χτύπαε μανιακό, τα νέα ψιθυριστά, η αγωνία ζωγραφισμένη στα μάτια.
Η μάνα με φρόντιζε αφηρημένη, με το μυαλό στο επόμενο τηλεφώνημα και σ’ όσα θα μαντάτευε. Ο πατέρας πάσκιζε να δείχνει ήρεμος, μα δε με γελούσε μένα. Σαν ρώταγα τι συμβαίνει, μου ’διναν απαντήσεις καθησυχαστικές, που διόλου δε με καθησύχαζαν.
Την επόμενη στιγμή το τηλέφωνο ολόλυζε, η κουβέντα απόμενε μισερή, ένας όρμαγε στ’ ακουστικό κι άλλος στύλωνε τ’ αφτί, ν’ αρπάξει ό,τι προλάβαινε.
Παραφύλαξα δυο τρεις φορές, να το σηκώσω εγώ. Στην άλλη άκρη της γραμμής οικείες φωνές· συγγενείς απ’ την Αθήνα, που ’χα καιρό ν’ ανταμώσω. Βιαστικοί, ζητούσαν τους γονιούς. Τα λόγια αποδώ μεριά μετρημένα, συνθηματικά, κοφτά. Μονάχα κάθε τόσο κάποια πω πω, σοβαρά; θε μου, σαμποτάριζαν τα τίποτα κι όλα καλά που μου τσαμπούναγαν.

Είχε πάει αργά και κάτι, μα πού όρεξη για ύπνο. Δεν ήξερα ακόμα να διαβάζω το ρολόι, αλλά η ώρα βραδυπόρησε και νυσταγμός δεν έπεφτε στα βλέφαρα. Έπιασα να παίζω  παιχνίδια φαντασίας, που μου κράταγαν παρέα στην πλήξη και στη μοναξιά. Όμως οι σύντροφοι των ονειρόκοσμων ήταν ανόρεχτοι κι αυτοί, δεν είχανε κουράγιο να με συνεπάρουν στα ταξίδια τους.
Τ’ ονειροπόλημα περισπούσανε τα τηλέφωνα, τ’ αφτί κι ο νους μου στραμμένα στο χολ. Κάποτε πια πάψανε να χτυπούν, μα άφησαν ξοπίσω τους σιγή τσιτωμένη. Οι γονιοί μου ήρθαν στην κρεβατοκάμαρα και ξάπλωσαν στο διπλό κρεβάτι, που μου φάνταζε μεγάλο σα γήπεδο. Το παλάτι μας δεν είχε άλλο υπνοδωμάτιο.
Μα του ματαίου. Ο Μορφέας σχόλαζε απόψε. Απόμειναν να μουρμουράνε στο σκοτάδι. Εγώ καμωνόμουν τον κοιμισμένο, μπας και ξεγελαστούνε να μιλήσουν δυνατότερα, μα ένα νεαρό ζευγάρι που αναγκαζόντουσαν να κοιμούνται στο ίδιο δωμάτιο μ’ ένα μικρό παιδί, κατείχανε πώς να τα κάνουν όλα στα μουλωχτά.

Όπως τ’ αφτί εξοικειωνόταν, πίσω απ’ τους γονικούς ψιθυρισμούς έπιανα ένα παράξενο σούσουρο απέξω. Τ’ άκουσε κι η μάνα. Κάτι γίνεται, έχει κόσμο στα μπαλκόνια, ύψωσε λιγάκι τη φωνή. Αυτοστιγμεί το τηλέφωνο αστραποβρόντηξε, σμπαράλιασε την κάλπικη ησυχία.
Πεταχτήκανε μέχρι το ταβάνι, μαζί κι εγώ. Ο πατέρας κοίταξε το ρολόι, ήταν είπε τέσσερις τα χαράματα. Η μάνα χίμηξε στο τηλέφωνο. Δεν κράτησε πολύ η συνομιλία. Γύρισε αγγελοκρουσμένη στο δωμάτιο, άναψε το φως και φώναξε θε μου, τα σκοτώσαν τα παιδιά, τα καθάρματα, τα σκοτώσανε τα παιδιά.
Το σιγοτερέτισμα της γειτονιάς είχε αυγατίσει. Ο πατέρας πέταξε ένα σάς τα ’λεγα ’γω, άνοιξε την μπαλκονόπορτα και ξεμαντάλωσε το παντζούρι. Σηκώθηκα στο κρεβάτι μου και πιάστηκα απ’ τα ξύλινα κάγκελα. Στις μύτες των ποδιών, πάσκιζα να δω τι γινόταν. Το μπαλκόνι έβλεπε σ’ έναν ακάλυπτο χώρο, που τον τοιχογύριζαν τέσσερις πολυκατοικίες.
Κοντά χαράματα, κανείς δεν κοιμόταν· κάθε Έλληνας έχει κάποιον συγγενή στην Αθήνα, απομεινάρι απ’ τον καιρό της εσωτερικής μετανάστευσης. Όλη η γειτονιά είχε βγει στα μπαλκόνια κι ο ένας μίλαγε με τον άλλον, κάποιοι είχαν ανάψει τα φώτα. Το ακαθόριστο φουρφουρητό, που όλο και δυνάμωνε, έμοιαζε στ’ αφτιά μου να επαναλαμβάνει αδιάκοπα την εφιαλτική επωδό· τα σκοτώσαν τα παιδιά, τα σκοτώσαν τα παιδιά.
Δε θυμάμαι στη ζωή μου κάτι να με σοκάρισε πιο πολύ. Πρώτη μου φορά άκουγα πως κάποιοι σκότωναν παιδιά. Μες στο μυαλό μου, τα παιδιά ήμουν εγώ, γίνηκε άξαφνα υπόθεση προσωπική. Ο φόβος του θανάτου κοντοζύγωσε ανυπόφερτα.
Η σιγομουρμούριστη μυσταγωγία της συνοικίας μού θύμισε μι’ άλλη, πένθιμη σκηνή. Κάποιος νεαρός από τη γειτονιά της γιαγιάς μου, ο Φοίβος, κίνησε να υπηρετήσει στο στρατό και τονε φέραν πίσω τέσσερις. Κάποια αλλεργία, δεν ξέρω ακριβώς. Όλη η γειτονιά τον ξενύχτησε, με τα φώτα αναμμένα ως την αυγή και νεκροκέρια να καίν’ στα παραθύρια.
Οι δυο σκηνές στο νου μου μπλεχτήκαν αξεδιάλυτα· άξαφνα βρέθηκα καταμεσής σε κάποια θλιβή ολονυχτία, στο ξόδι των παιδιών που τα σκότωσαν τα καθάρματα. Ήμουνα μονάχα έξι χρονώ.

Χρόνια αργότερα, έμαθα πως ήταν το ξημέρωμα της 17ης Νοέμβρη του ’73, η νύχτα του θρυλικού Πολυτεχνείου. 

Σχόλια



  1. Διαβαστε τις 2 μαρτυριες για τα γεγονοτα ης καταληψης του ΕΜΠ :

    https://kanali.wordpress.com/2009/11/16/emp1973_sk/

    Σχολιο – μαρτυρια μου στο ποστ αυτο.

    Αφώτιστος Φιλέλλην

    17 ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ, 2015 @ 5:11 ΜΜ

    Συγχαρητήρια! Το αυτοβιογραφικό σας κείμενο συμπληρώνει κάποια κενά σε σχέση με τους σκοπευτές των ταρατσών και τους ροπαλοφόρους οπαδούς της δικτατορίας.
    Ως πρωτοετής φοιτητής του ΕΜΠ, έζησα τα γεγονότα απο τις πρώτες γενικές συνελεύσεις έως τις 20.00 της Παρασκευής, οπότε αναγκαστήκαμε να διαφύγουμε λέγω δακρυγόνων στην Πατησιών. Λογω γειτονιάς μερικοί φίλοι φοιτητές πήγαμε κοντά στην πλαϊνή πόρτα του Ρυθμιστικού και ακούγαμε τα ασθενοφόρα.
    Όντως υπήρξαν αρκετοί νεκροί όχι μόνον την Παρασκευή, αλλά και το Σάββατο και την Κυριακή, όπως τα γράφει ο Τσεβας.
    Το Σαββάτο ξανακατέβηκα απο το σπίτι μου και πέρασα μπροστά απο την γκρεμισμένη πύλη της Πατησιών και αμέσως μαύρισε ο τόπος στην Αβέρωφ-Τοσίτσα απο αστυνομικούς οπότε διαφύγαμε προς την πλατειά Αίγυπτου. Ακούγαμε κάποιους κρότους αλλά τότε ως πρωτοετής και άπειρος δεν μπορούσα να καταλάβω ότι ήταν πυροβολισμοί. Περί τις 10.45 είδα οδοφράγματα με λεωφορεία μεταξύ ΑΣΣΟΕ και πλατείας Αίγυπτου (Αλεξάνδρας και Πατησιών) και κόσμο να διαδηλώνει στα κάθετα στενά στην Μαυρομματαιων. Συνεχίσαμε την πορεία μας στην Μαυρομματαιων και κάναμε ωτοστόπ στην Ευελπιδων σε έναν έλληνα φοιτητή στην Γάλλια (Renault 5TL με κίτρινες γαλλικές πινακίδες) που μας πήγε μέσω περιφερειακού ως τον Χολαργό….
    Στις 11.00 απο το ραδιοφωνο του αυτοκινητου ακουσαμε οτι κηρυχθηκε απαγορευση κυκλοφοριας……

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου